- ἐχιδνώδης
- ἐχιδνώδης, ες,A = ἐχιδνοειδής, Sch.E.Ph.1136.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.
ἐχιδνώδης — masc/fem acc pl (attic epic doric) ἐχιδνώδης masc/fem nom/voc pl (doric aeolic) ἐχιδνώδης masc/fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
εχιδνώδης — ες (ΑΜ ἐχιδνώδης, ες) [έχιδνα] εχιδνοειδής νεοελλ. (για τόπους) ο γεμάτος έχιδνες μσν. μτφ. δόλιος, κακεντρεχής («ἐχιδνώδης Φαραώ», Κ. Μανασσ.) … Dictionary of Greek
ἐχιδνώδεις — ἐχιδνώδης masc/fem acc pl ἐχιδνώδης masc/fem nom/voc pl (attic epic) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
ἐχιδνωδῶν — ἐχιδνώδης masc/fem/neut gen pl (attic epic doric) … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
έχιδνα — Βλ. λ. οχιά. * * * η (ΑΜ ἔχιδνα, Μ και ἔχιδνος, ή) οχιά («ἐχθρᾱς ἐχίδνης ἰός», Σοφ.) νεοελλ. ζωολ. γενική ονομασία δύο γενών μονοτρημάτων θηλαστικών τής οικογένειας echidnidae, που μοιάζουν με σκαντζόχοιρους νεοελλ. μσν. μτφ. για πρόσ.… … Dictionary of Greek